Σινεφίλες και σινεφίλοι χαίρεται.
Άλλοι τα λατρεύουν, άλλοι τα μισούν κι άλλοι λατρεύουν να τα μισούν. Άλλοτε κλισέ κι αναμενόμενα, κάποιες ελάχιστες φορές με δροσερές εκπλήξεις. Επιχείρημα υπέρ μιας ταινίας ή λόγος για να την αποφύγεις; Όπως και να ‘χει, τα Όσκαρ είναι και πάλι εδώ.
Αφού διευκρινίσουμε ότι μιλάμε αποκλειστικά για τη χολιγουντιανή παραγωγή, να παραδεχτούμε πως ομολογουμένως, η περασμένη χρονιά είχε πολύ καλές ταινίες. Κάποιες δυστυχώς και παραδόξως απουσιάζουν από τις μεγάλες κατηγορίες. Κι άντε ας δεχτούμε ότι τον Νόλαν και το Interstellar του κατάπιε η μεγαλομανία του, ωστόσο με τίποτα δεν μπορώ να εξηγήσω την απουσία του Φίντσερ και του κοριτσιού που εξαφανίστηκε από την καλύτερη ταινία και σκηνοθεσία. Άβυσσος η ψυχή των μελών της Ακαδημίας!
Στο δια ταύτα τώρα και στις υποψηφιότητες για την ταινία της χρονιάς.
Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις για έναν λόγο και υπάρχουν κι αυτές που είναι άρτιες στο σύνολό τους. Από αυτές, κάποιες είναι πολύ καλές ταινίες, κάποιες όμως σου μένουν αξέχαστες.
Ξεκινώντας με το boyhood, το θυμόμαστε μόνο για την πρωτοτυπία της τεχνικής του. Αν δεν ήταν γυρισμένο στη διάρκεια 10 ετών, νομίζω δεν θα είχε φτάσει ως εδώ. Ευχάριστο, όχι ανιαρό, αλλά χωρίς να μας λέει τίποτα καινούριο. Επίσης πολύ ήλιος, λιβάδια και αέρας στις φράντζες μας βρε παιδί μου και εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό μας. Αφήστε που ο πρωταγωνιστής στην ηλικία των 17 μου θύμισε τον Τζάστιν Μπίμπερ και με σύγχυσε…
Συνεχίζοντας με το Imitation Game, νομίζω υπερβολικός ο ντόρος που έγινε. Βέβαια ήταν αναμενόμενος με το ρεύμα που έχει δημιουργήσει ο Μπένεντικτ. Ορδές από έξαλλες cumber-bitches μιλούσαν για την ταινία της χρονιάς, πώς να τους φέρεις αντίρρηση; Εντάξει, πολύ καλή παραγωγή, ενδιαφέρουσα η ταινία κι η ιστορία πίσω της, ο Μπένεντικτ παίζει όντως πολύ ωραία (η Κίρα όχι), θα την ξαναβλέπαμε άνετα στο σταρ πριν πάμε για ύπνο, αλλά ως εκεί. Δεν μας σημάδεψε κιόλας.
Περπατώντας προς το Μοντγκόμερι ας σχολιάσουμε και τη Selma. Κλασική περίπτωση πομπώδους ταινίας που αρκείται σε μια πιστή αναπαραγωγή των γεγονότων και μην πείτε ότι δεν σας άρεσε γιατί θα είστε ρατσιστές. Ο Ντέιβιντ Ογιελόβο πολύ στομφώδης στον ρόλο του Λούθερ Κινγκ και η ταινία μια χαμένη ευκαιρία να εξερευνήσει σε βάθος την επιρροή που είχε αυτή η μεγάλη πολιτική προσωπικότητα στο κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ελπίδα που δημιούργησε για ισότητα στους καταπιεσμένους αφροαμερικανούς.
Ας εξετάσουμε έπειτα την περίπτωση του Grand Budapest Hotel. Απλά τα πράγματα. Ο Wes Anderson είναι love & hate. Τουτέστιν, είτε σου αρέσει πολύ, είτε τον απεχθάνεσαι. Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Με τα πολύχρωμα πλάνα του και το μονοκόμματο μοντάζ του, με σκηνές σαν πίνακες (λίγο κιτς) ζωγραφικής, έχει κάτι από την αισθητική των παραμυθιών. Τον αγαπώ γιατί οι ταινίες του πετυχαίνουν (για μένα προσωπικά τουλάχιστον) τον σκοπό της δημιουργίας τους: την τηλεμεταφορά του θεατή για λίγες ώρες σε έναν άλλο κόσμο. Και ο κόσμος του Wes Anderson είναι πάντα φανταστικός, ακόμα κι όταν βασίζεται σε πραγματική ιστορία.
Θεωρητικά μιλώντας, ας σχολιάσουμε και τη Θεωρία των Πάντων. Βαθιά υπόκλιση στον Eddie Redmayne για την ερμηνεία του. Πρώτη φορά συγκινήθηκα τόσο πολύ και ταυτίστηκα με έναν πρωταγωνιστή με τον οποίο δεν έχω τίποτα απολύτως κοινό. Υποκριτικός άθλος, ερμηνεία ολοκληρωμένη και μεστή. Ο Redmayne ερμηνεύει ακόμα και με το λύγισμα των αστραγάλων του, με τις λεπτές κινήσεις των δαχτύλων των χεριών του, που νομίζεις ότι πραγματικά δεν τα ελέγχει. Ο ρόλος του δεν είναι μόνο η εκφορά του λόγου, αλλά και το σώμα και το βλέμμα του, ακόμα και το μυαλό του, προσδίδοντας υπαρξιακή αγωνία, αυθεντικότητα και συγκίνηση. Εύγε και καλή επιτυχία.
Συνεχίζουμε το πρόγραμμα μας με το ιδιαίτερο Birdman. Ο Ιναρίτου ανήκει στο γκρουπ των ισπανόφωνων σκηνοθετών που έχουν δημιουργήσει το δικό τους ρεύμα, ποτισμένο με βαριές δόσεις σουρεαλισμού και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό. Υπέροχα μονόπλανα (γιατί δεν τα έκανε μόνο ο Αγγελόπουλος), στιβαρές ερμηνείες και το comeback της δεκαετίας, όπως χαρακτηρίστηκε η όντως αξιόλογη παρουσία του Κίτον. Αν δεν ήταν ο Redmayne θα στοιχημάτιζα στον Κίτον. Διάθεση αρτιστίκ και τζαζ ντραμς σολαρίσματα που δίνουν την καλύτερη πάσα για να ολοκληρώσουμε το μίνι αφιέρωμα με την – κατά την ταπεινή μου άποψη – καλύτερη ταινία της φετινής σεζόν.
Whiplash. Από τα γνωστότερα και δυσκολότερα τζαζ κομμάτια, χρειάζεται βιρτουόζους για να αναδείξουν την ομορφιά του. Αφού πρώτα παρουσιάστηκε στη μικρού μήκους εκδοχή της, κέρδισε το βραβείο στο Sundance και έδωσε το απαραίτητο κεφάλαιο στον σκηνοθέτη Damien Chazelle να το μεταφέρει και σε long version. Και πολύ καλά έκανε. Ποτέ άλλοτε ταινία με μουσική για μαθητή και δάσκαλο δεν είχε τόσο πολύ ενδιαφέρον κι αγωνία. Μην περιμένετε «o captain my captain». Ο J.K. Simmons είναι τόσο καλός στο να είναι κακός που δύσκολα θα χάσει το Όσκαρ β’ αντρικού ρόλου. Και μετά θα κοκορεύεται ο Παπακαλιάτης ότι οσκαρικοί ηθοποιοί παίζουν στις ταινίες του (ω ναι…). Ο Dr House ωχριά μπροστά στη σκληρότητα του Simmons και η αμφισβήτηση της κρίσης του ανθρώπινου χαρακτήρα κυριαρχεί, καθώς ο Simmons μας ξεγελά συνεχώς για τις προθέσεις του, κι εμάς και τον μαθητή του. Πόσες υποχωρήσεις θα κάνεις για την επιβράβευση από μια ιδιοφυΐα οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή σου; Εκπληκτική ταινία, που αποδεικνύει ότι το όλο θέμα βρίσκεται στον σκοπό: με πρώτο υλικό τη μουσική άλλοι κάνουν ταινίες σαν το higschool musical κι άλλοι αυτό το αριστούργημα. Το έργο στήνεται σαν ψυχολογικό θρίλερ και στις ατελείωτες σκηνές πρόβας πιάνεις τα ματωμένα σου δάχτυλα και σκουπίζεις το μέτωπό σου μαζί με τον έρμο αλλά και τόσο πεισματάρη ντράμερ. Υπέροχα πλάνα, καλλιτεχνική φωτογραφία, ένταση και συναισθήματα. Κι όποια ταινία μου έχει καταφέρει αυτό το μειδίαμα στην τελευταία σκηνή, έχει μπει στην καρδιά μου και στη λίστα μου με τις αγαπημένες.
Από το blog αυτό, the Oscar goes to Whiplash, μαζί με το δυνατότερό μου χειροκρότημα. Μένει να δούμε αν η Ακαδημία θα συμφωνήσει (δύσκολα…) αυτή την Κυριακή.
ΥΓ. Εσκεμμένα άφησα απ’ έξω το American Sniper. Πόσο ήρωα αμερικανό στρατιώτη στο Ιράκ να αντέξω πια;