Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Ώρα Μηδέν



Τηλεόραση δεν έχω ευτυχώς - έχει κλείσει εδώ και καιρό ο βόθρος των εικόνων. Σκέφτομαι όμως να κλείσω και το ίντερνετ μέχρι την Κυριακή.

Τις ζόρικες μέρες, στρέφομαι πάντα πίσω στα βιβλία μου, στις μουσικές μου, στην τέχνη του λόγου και του πνεύματος γενικότερα, που μ' έκανε τον τον άνθρωπο που είμαι σήμερα.

Όλος μου ο πλούτος είναι οι άνθρωποι μου, οι τόποι μου, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, τα όνειρα και οι ελπίδες μου. Ο πλούτος μου δεν είναι τα υλικά που με περιτριγυρίζουν. Ο πλούτος μου δεν είναι κομμάτια χαρτί με ψεύτικη αξία.

Δεν φοβάμαι γιατί το ΑΤΜ μπορεί να αρχίσει να μου δίνει δραχμή αντί για €. Μπορεί να μην πανηγυρίσω κιόλας, αλλά δεν θα αρνηθώ το είναι μου, ούτε θα μηδενίσω την κοσμοθεωρία μου ή θα συμβαδίσω με αισχρούς ανθρώπους για να το αποτρέψω.

Φοβάμαι όμως την καινούρια Ευρώπη. Που ξέχασε μόνο στην υπογραφή των ιδρυτικών συμβάσεων τις μεγάλες της ιδέες. Πού είναι η ελευθερία, η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη; Πόσες υποχωρήσεις ακόμα μπορούμε να κάνουμε;

Με τρομάζει αυτή η Ευρώπη του χαιρέκακου game over και του take it or leave it. Με τρομάζει η Ευρώπη της Γερμανίας που αφού την αιματοκύλισε 2 φορές τον περασμένο αιώνα συνεχίζει την χάραξη παρεμβατικής πολιτικής του Ράιχ - με άλλα μέσα φυσικά στον δικό μας αιώνα της εξέλιξης.

Με τρομάζει η Ευρώπη που θεωρεί λύση να πνίγει τους κατατρεγμένους που έρχονται στην πόρτα της, αντί να προσπαθήσει να σταματήσει τον πόλεμο, για να μη θιγούν οι οπλοβιομηχανίες. Με τρομάζει η Ευρώπη που υπογράφει το δικαίωμα των εταιριών να μηνύουν τα κράτη όταν θεωρούν ότι θίγονται τα συμφέροντά τους, θυσιάζοντας τα εργασιακά και περιβαλλοντικά δικαιώματα των πολιτών της. Με τρομάζει η Ευρώπη που σφραγίζει επισήμως τα μεταλλαγμένα και μετά αναρωτιέται για την αύξηση του καρκίνου της. Με τρομάζει η Ευρώπη που ανέχεται φασίστες για να κάνει business μαζί τους.

Με τρομάζει κι η Ελλάδα, που δεν έμαθε ποτέ να κουβεντιάζει με ηρεμία, ούτε να ακούει "τους άλλους", παρά μόνο να φωνάζει εν εξάλλω.

Ξανακούω τις μουσικές μου. Τον Άσιμο, τον Σιδηρόπουλο, τον Σωκράτη, τον Θανάση, τον Αγγελάκα, τον Αλκίνοο, τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι. Ξαναβλέπω τις εικόνες και τις ταινίες που με στοίχειωσαν. Ξαναδιαβάζω τον Χαλίλ Γκιμπράν, τον Ομάρ Καγιάμ, τον μικρό μου πρίγκιπα, τον Αναγνωστάκη, τον Μίσσιο, τον Όργουελ, τον Χέμινγουεϊ, τον Σολωμό, τον Ρίτσο, τον Ερωτόκριτο, τον Τριβιζά, τον Αρκά, τον Στάινμπεκ, τον Πόε.

Και μένω στη γραμμή αυτή του Τόλκιν, που την έχω κορνιζώσει για να τη βλέπω και να τη θυμάμαι κάθε μέρα: "Κανένας από τους ήρωες που βρέθηκαν στις μεγάλες ιστορίες δεν ευχήθηκε να του συμβούν αυτά. Το μόνο όμως που εμείς πρέπει να αποφασίσουμε, είναι τι θα κάνουμε με τον χρόνο που μας δόθηκε."

Καλό βόλι σε όλους και μην ξεχνάτε ότι τη Δευτέρα, η απόφαση θα μας βαραίνει πια όλους μαζί.

Καλά μυαλά φίλοι μου.



Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Σαλόκιν Σόμισα: δίχως σημαίες, δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά



Ο Νικόλας Άσιμος γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1949 και αυτοκτόνησε στις 17 Μαρτίου 1988.

Πρώτα γνώρισα κάποια τραγούδια του, λίγο πριν το 2000, από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου: "Λίνα", "Μπαγάσας", τα κλασικά πρώτα χιτ. 

Και λίγο μετά το 2000, εκεί στα 15, (στην καλυτεροχειρότερη φάση της εφηβείας), πήγα ένα καλοκαίρι στο χωριό μου. Ναι, όλως παραδόξως, είχα και στο χωριό μου Νικόλα Άσιμο – κατά μια έννοια. Ο "διοργανωτής" των τοπικών εφηβικών βραδιών (aka αυτός που ήξερε να παίζει αξιοπρεπώς λίγη κιθάρα) είχε τρελό κόλλημα με τον Άσιμο - τύπου τατουάζ στο μπράτσο venceremos, επίσκεψη στον αδερφό του, άπειρες κασέτες με γνωστές και άγνωστες ηχογραφήσεις, το βιβλίο του, κι ένα τεράστιο ντοσιέ γεμάτο με τους στίχους). 

Σε μια επική βραδιά στον Προφήτη Ηλία, μετά το πανηγύρι κι αφού ξεκουμπίστηκαν οι γέροι κι οι γριές κι έπαψε το κλαρίνο, η "νεολαία" πήρε μπύρες από το κοντινότερο βενζινάδικο κι έκανε τα "κουμάντα" της. Και κάπου εκεί κοντά στο ξημέρωμα, άκουσα για πρώτη φορά το "Παράτα τα".




Ταράχτηκα τόσο, που από την επόμενη μέρα άρχισα να αναζητώ περισσότερα. Αντέγραψα τις κασέτες, έβγαλα φωτοτυπίες τις φωτοτυπίες του βιβλίου (η "παράνομη" διανομή σχεδόν επιβάλλεται όταν μιλάμε για τον Άσιμο). 

Πολλές φορές έχω σκεφτεί πώς θα ήταν αν ζούσα στην εποχή του. Από την μια, ανατριχιάζω στην ιδέα ότι θα μπορούσα να τον έχω ακούσει live. Από την άλλη, φοβάμαι ότι ίσως τον περιφρονούσα κι εγώ, όπως οι περισσότεροι του καιρού του.

Γιατί ο Άσιμος ήταν "γραφικός". Ο τρελός της γειτονιάς, το αερικό, ο μόνος. Αυτή η απομάκρυνσή του όμως από τους πολλούς τον έκανε ακριβέστατο παρατηρητή του κόσμου γύρω του. Με αιχμηρότατη διαύγεια είχε πολλάκις περιγράψει καταστάσεις και συμπεριφορές του "Ρωμιού", πέφτοντας (δυστυχώς) μέσα, ακόμα και τόσα χρόνια μετά. 




"Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια". Και σοκαριστική δεν είναι η επιβεβαίωση της λαϊκής σοφίας. Αλλά η διαπίστωση ότι ίσως ο τρελός να ήταν τελικά ο μόνος λογικός που πλησίασε την αλήθεια. 



Ο λόγος του άλλοτε επιθετικός, άλλοτε με χιούμορ, κάποτε γλυκός και τρυφερός. Μέχρι που στο τέλος, παραιτήθηκε. 

Ο Άσιμος ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία ανθρώπων που δεν άντεξαν το βάρος του κόσμου γύρω τους. Ας είναι. Η αυτοκτονία του (όπως και ο αιφνίδιος θάνατος όλων των "ειδώλων"), τον άφησε αλώβητο από τον ενδεχόμενο ξεπεσμό στα γεροντάματα – όπως συνέβη σε άλλους. 

Σε μας ωστόσο, μένει η κληρονομιά. Στο χέρι μας είναι αν θα ξεπουληθούμε στα γιουσουρούμ ή να αποφασίσουμε αν θέλουμε ενημέρωση, κορσέ και διασκέδαση ή ελευθερία. Και κυρίως, αν επιτέλους θέλουμε να επικοινωνήσουμε. Να τα παρατήσουμε όλα, να ζήσουμε άβολα, οι άλλοι όπως βαδίζουν, εμείς ανάποδα. Κι ίσως έτσι κάποτε να νικήσουμε. 





"Ανθρώπους ψάχνουμε όχι ιδεολογίες. Ανθρώπους να’χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη. Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω. Ανθρώπους έστω με καρδιά. Ας είναι δικηγόροι, παπάδες και αστυνόμοι. Ας είναι και χαφιέδες, κομουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια."


Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Oscar time 2015


Σινεφίλες και σινεφίλοι χαίρεται.

Άλλοι τα λατρεύουν, άλλοι τα μισούν κι άλλοι λατρεύουν να τα μισούν. Άλλοτε κλισέ κι αναμενόμενα, κάποιες ελάχιστες φορές με δροσερές εκπλήξεις. Επιχείρημα υπέρ μιας ταινίας ή λόγος για να την αποφύγεις; Όπως και να ‘χει, τα Όσκαρ είναι και πάλι εδώ.

Αφού διευκρινίσουμε ότι μιλάμε αποκλειστικά για τη χολιγουντιανή παραγωγή, να παραδεχτούμε πως ομολογουμένως, η περασμένη χρονιά είχε πολύ καλές ταινίες. Κάποιες δυστυχώς και παραδόξως απουσιάζουν από τις μεγάλες κατηγορίες. Κι άντε ας δεχτούμε ότι τον Νόλαν και το Interstellar του κατάπιε η μεγαλομανία του, ωστόσο με τίποτα δεν μπορώ να εξηγήσω την απουσία του Φίντσερ και του κοριτσιού που εξαφανίστηκε από την καλύτερη ταινία και σκηνοθεσία. Άβυσσος η ψυχή των μελών της Ακαδημίας!

Στο δια ταύτα τώρα και στις υποψηφιότητες για την ταινία της χρονιάς.

Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις για έναν λόγο και υπάρχουν κι αυτές που είναι άρτιες στο σύνολό τους. Από αυτές, κάποιες είναι πολύ καλές ταινίες, κάποιες όμως σου μένουν αξέχαστες.

Ξεκινώντας με το boyhood, το θυμόμαστε μόνο για την πρωτοτυπία της τεχνικής του. Αν δεν ήταν γυρισμένο στη διάρκεια 10 ετών, νομίζω δεν θα είχε φτάσει ως εδώ. Ευχάριστο, όχι ανιαρό, αλλά χωρίς να μας λέει τίποτα καινούριο. Επίσης πολύ ήλιος, λιβάδια και αέρας στις φράντζες μας βρε παιδί μου και εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό μας. Αφήστε που ο πρωταγωνιστής στην ηλικία των 17 μου θύμισε τον Τζάστιν Μπίμπερ και με σύγχυσε…

Συνεχίζοντας με το Imitation Game, νομίζω υπερβολικός ο ντόρος που έγινε. Βέβαια ήταν αναμενόμενος με το ρεύμα που έχει δημιουργήσει ο Μπένεντικτ. Ορδές από έξαλλες cumber-bitches μιλούσαν για την ταινία της χρονιάς, πώς να τους φέρεις αντίρρηση; Εντάξει, πολύ καλή παραγωγή, ενδιαφέρουσα η ταινία κι η ιστορία πίσω της, ο Μπένεντικτ παίζει όντως πολύ ωραία (η Κίρα όχι), θα την ξαναβλέπαμε άνετα στο σταρ πριν πάμε για ύπνο, αλλά ως εκεί. Δεν μας σημάδεψε κιόλας.



Περπατώντας προς το Μοντγκόμερι ας σχολιάσουμε και τη Selma. Κλασική περίπτωση πομπώδους ταινίας που αρκείται σε μια πιστή αναπαραγωγή των γεγονότων και μην πείτε ότι δεν σας άρεσε γιατί θα είστε ρατσιστές. Ο Ντέιβιντ Ογιελόβο πολύ στομφώδης στον ρόλο του Λούθερ Κινγκ και η ταινία μια χαμένη ευκαιρία να εξερευνήσει σε βάθος την επιρροή που είχε αυτή η μεγάλη πολιτική προσωπικότητα στο κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ελπίδα που δημιούργησε για ισότητα στους καταπιεσμένους αφροαμερικανούς.

Ας εξετάσουμε έπειτα την περίπτωση του Grand Budapest Hotel. Απλά τα πράγματα. Ο Wes Anderson είναι love & hate. Τουτέστιν, είτε σου αρέσει πολύ, είτε τον απεχθάνεσαι. Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Με τα πολύχρωμα πλάνα του και το μονοκόμματο μοντάζ του, με σκηνές σαν πίνακες (λίγο κιτς) ζωγραφικής, έχει κάτι από την αισθητική των παραμυθιών. Τον αγαπώ γιατί οι ταινίες του πετυχαίνουν (για μένα προσωπικά τουλάχιστον) τον σκοπό της δημιουργίας τους: την τηλεμεταφορά του θεατή για λίγες ώρες σε έναν άλλο κόσμο. Και ο κόσμος του Wes Anderson είναι πάντα φανταστικός, ακόμα κι όταν βασίζεται σε πραγματική ιστορία.



Θεωρητικά μιλώντας, ας σχολιάσουμε και τη Θεωρία των Πάντων. Βαθιά υπόκλιση στον Eddie Redmayne για την ερμηνεία του. Πρώτη φορά συγκινήθηκα τόσο πολύ και ταυτίστηκα με έναν πρωταγωνιστή με τον οποίο δεν έχω τίποτα απολύτως κοινό. Υποκριτικός άθλος, ερμηνεία ολοκληρωμένη και μεστή. Ο Redmayne ερμηνεύει ακόμα και με το λύγισμα των αστραγάλων του, με τις λεπτές κινήσεις των δαχτύλων των χεριών του, που νομίζεις ότι πραγματικά δεν τα ελέγχει. Ο ρόλος του δεν είναι μόνο η εκφορά του λόγου, αλλά και το σώμα και το βλέμμα του, ακόμα και το μυαλό του, προσδίδοντας υπαρξιακή αγωνία, αυθεντικότητα και συγκίνηση. Εύγε και καλή επιτυχία.



Συνεχίζουμε το πρόγραμμα μας με το ιδιαίτερο Birdman. Ο Ιναρίτου ανήκει στο γκρουπ των ισπανόφωνων σκηνοθετών που έχουν δημιουργήσει το δικό τους ρεύμα, ποτισμένο με βαριές δόσεις σουρεαλισμού και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό. Υπέροχα μονόπλανα (γιατί δεν τα έκανε μόνο ο Αγγελόπουλος), στιβαρές ερμηνείες και το comeback της δεκαετίας, όπως χαρακτηρίστηκε η όντως αξιόλογη παρουσία του Κίτον. Αν δεν ήταν ο Redmayne θα στοιχημάτιζα στον Κίτον. Διάθεση αρτιστίκ και τζαζ ντραμς σολαρίσματα που δίνουν την καλύτερη πάσα για να ολοκληρώσουμε το μίνι αφιέρωμα με την – κατά την ταπεινή μου άποψη – καλύτερη ταινία της φετινής σεζόν.

Whiplash. Από τα γνωστότερα και δυσκολότερα τζαζ κομμάτια, χρειάζεται βιρτουόζους για να αναδείξουν την ομορφιά του. Αφού πρώτα παρουσιάστηκε στη μικρού μήκους εκδοχή της, κέρδισε το βραβείο στο Sundance και έδωσε το απαραίτητο κεφάλαιο στον σκηνοθέτη Damien Chazelle να το μεταφέρει και σε long version. Και πολύ καλά έκανε. Ποτέ άλλοτε ταινία με μουσική για μαθητή και δάσκαλο δεν είχε τόσο πολύ ενδιαφέρον κι αγωνία. Μην περιμένετε «o captain my captain». Ο J.K. Simmons είναι τόσο καλός στο να είναι κακός που δύσκολα θα χάσει το Όσκαρ β’ αντρικού ρόλου. Και μετά θα κοκορεύεται ο Παπακαλιάτης ότι οσκαρικοί ηθοποιοί παίζουν στις ταινίες του (ω ναι…). Ο Dr House ωχριά μπροστά στη σκληρότητα του Simmons και η αμφισβήτηση της κρίσης του ανθρώπινου χαρακτήρα κυριαρχεί, καθώς ο Simmons μας ξεγελά συνεχώς για τις προθέσεις του, κι εμάς και τον μαθητή του. Πόσες υποχωρήσεις θα κάνεις για την επιβράβευση από μια ιδιοφυΐα οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή σου; Εκπληκτική ταινία, που αποδεικνύει ότι το όλο θέμα βρίσκεται στον σκοπό: με πρώτο υλικό τη μουσική άλλοι κάνουν ταινίες σαν το higschool musical κι άλλοι αυτό το αριστούργημα. Το έργο στήνεται σαν ψυχολογικό θρίλερ και στις ατελείωτες σκηνές πρόβας πιάνεις τα ματωμένα σου δάχτυλα και σκουπίζεις το μέτωπό σου μαζί με τον έρμο αλλά και τόσο πεισματάρη ντράμερ. Υπέροχα πλάνα, καλλιτεχνική φωτογραφία, ένταση και συναισθήματα. Κι όποια ταινία μου έχει καταφέρει αυτό το μειδίαμα στην τελευταία σκηνή, έχει μπει στην καρδιά μου και στη λίστα μου με τις αγαπημένες.



Από το blog αυτό, the Oscar goes to Whiplash, μαζί με το δυνατότερό μου χειροκρότημα. Μένει να δούμε αν η Ακαδημία θα συμφωνήσει (δύσκολα…) αυτή την Κυριακή.

ΥΓ. Εσκεμμένα άφησα απ’ έξω το American Sniper. Πόσο ήρωα αμερικανό στρατιώτη στο Ιράκ να αντέξω πια;

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

"Μας ακούς;" - τραγούδια που σε πάνε μπροστά


Κι όταν χάνεις το κουράγιο σου, πάντα υπάρχουν τα τραγούδια που σε βοηθάνε να το ξαναβρείς. Ίσως τελικά υπάρχει ακόμα ελπίδα για τον άνθρωπο.


Θύελλα (Fauve - Blizzard

Αναρωτιέσαι αν είσαι άγριο ζώο, αν είσαι καλός ή άγιος.
Αλλά είσαι και το ένα και το άλλο. Και τόσα πολλά ακόμα.
Είσαι πολλοί: αυτός που περιφρονεί, αυτός που πληγώνει, αυτός που αγαπάει, αυτός που ψάχνει. Και όλοι οι άλλοι μαζί.
Κάνε λάθη, γίνε απρόσεκτος, δεν είναι όλα εύθραυστα.
Μην περιμένεις τίποτα από σένα, γιατί είσαι ιερός. Γιατί είσαι ζωντανός.
Γιατί το πιο σημαντικό δεν είναι ότι είσαι, αλλά αυτό που διάλεξες να είσαι.

Τι κάνεις; Σταμάτα!
Τι σ’ έπιασε και κάνεις τέτοια πράγματα;
Γιατί σου κάνεις τέτοιο κακό;
Τι δεν πάει καλά; Μίλα μου, το ξέρεις ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα.
Όμως όχι, όχι, είναι βλακείες όλα αυτά και το ξέρεις.
Κοίτα με στα μάτια. Κοίταξέ με. Μαλακίες, δεν είναι και τόσο σημαντικό.
Εγώ σε βρίσκω υπέροχο. Από την πρώτη φορά που σε είδα.
Εξάλλου, δεν παραδόθηκα ακόμα.
Κι έπειτα, πώς θα τα καταφέρω εγώ χωρίς εσένα;
Κι έπειτα, πώς θα τα καταφέρει το σύμπαν χωρίς εσένα;
Δεν θα δουλέψει ποτέ. Είναι αδύνατο.

Ε λοιπόν, δεν πρέπει να κλάψεις! Δεν πρέπει να κλάψεις. Γιατί όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι, όλα θα πάνε καλά.

Γιατί είμαστε απ’ αυτούς που γιατρεύουν, απ’ αυτούς που αντιστέκονται, απ’ αυτούς πιστεύουν στα θαύματα.
Κι όχι απ’ αυτούς που λένε πως τα πράγματα κουνιούνται μόνο όταν κάποιος τα σπρώξει.
Αλλά μια μέρα, όλο αυτό, δεν θα το σκεφτόμαστε πια.
Θα τα έχουμε ξεχάσει όλα, σαν να μη συνέβησαν ποτέ.

Κι όσο περιμένουμε τύλιξε τα χέρια σου γύρω απ’ το λαιμό μου, αν θες.
Κι εγώ θα σου ξαναλέω αυτές τις φράσεις που μας δίνουν ορμή.
Θυμάσαι; Θυμάσαι;

Μας ακούς Θύελλα; Μας ακούς;
Αν μας ακούς άντε γαμήσου.
Νόμισες πως θα μας νικήσεις ε;
Πίστεψες πως δεν είχαμε δει τίποτα;
Έκπληξη μαλάκα!

Μας ακούς Ντροπή; Μας ακούς;
Αν μας ακούς πρόσεχε όταν γυρνάς σπίτι σου μόνη το βράδυ.
Μπορεί να έχουμε όρεξη να σου σπάσουμε το σαγόνι και να σου διαλύσουμε το κεφάλι, τι λες, ε;

Μας ακούς Θλίψη; Μας ακούς;
Αν μας ακούς είναι γιατί κι εσύ σύντομα θα ετοιμάσεις τα μπογαλάκια σου. Πάρε τον πρώτο δρόμο αριστερά, τον δεύτερο δεξιά, μετά πάλι αριστερά κι άντε γαμήσου.
Συγχαρητήρια! Μπράβο!

Μας ακούς Θάνατε; Μας ακούς;
Αν μας ακούς να ξέρεις ότι δεν μας φοβίζεις. Κάνε ότι θες.
Προχωράμε όπως και να ‘χει, δεν μπορείς να μας σταματήσεις.
Και δεν θα αφήσουμε κανέναν πίσω, δεν θα εγκαταλείψουμε κανέναν.
Τελειώσαν αυτά!

Μας ακούς Αξιοπρέπεια; Μας ακούς;
Αν μας ακούς να ξέρεις ότι έχουμε γονατίσει και λυπόμαστε γι’ αυτό.
Λυπόμαστε για όλα αυτά που θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει, αλλά θα αλλάξουμε!
Θα γίνουμε καλοί, θα το δεις!
Και μια μέρα θα είσαι περήφανη για μας.

Μας ακούς Αγάπη; Μας ακούς;
Αν μας ακούς πρέπει να επιστρέψεις γιατί τώρα είμαστε έτοιμοι.
Τα θαλασσώσαμε, είναι αλήθεια, όμως μάθαμε από τότε.
Και τώρα έχουμε τις παλάμες ανοιχτές και μέσα την καρδιά μας.
Πάρτην και οδήγησέ την.

Μας ακούς Σύμπαν; Μας ακούς;
Αν μας ακούς περίμενέ μας! Ερχόμαστε.
Θέλουμε όλα να τα καταλάβουμε, όλα να τα μάθουμε, όλα να τα δούμε, όλα να τα ζήσουμε.
Ψάχνουμε την πόρτα για έναν καινούριο κόσμο, για να μπορέσουμε εκεί μέσα να σκορπίσουμε εντελώς.

Μας ακούς εσύ που περιμένεις; Μας ακούς;
Αν μας ακούς θυμήσου ότι δεν είσαι μόνος σου. Ποτέ.
Είμαστε πραγματικά πολλοί που είμαστε λίγο στραβοί και λίγο περίεργοι.
Και μες στο μυαλό μας μια θύελλα.
Όπως οι μυστηριώδεις ηττημένοι με τη μεγάλη καρδιά.

Πρέπει να βαρέσουμε το συναγερμό, να ξαναβρεθούμε, να ανταμώσουμε.
Να αγκαλιαστούμε, να ακουμπήσουν χιλιάδες χέρια σε χιλιάδες ώμους.
Να επαναλάβουμε ακόμα μια φορά ότι η ανία είναι έγκλημα.
Ότι η ζωή είναι ένα θρύψαλο στον αιώνιο χρόνο. Μια πικάντικη κόκκινη πιπεριά.

Άντε γαμήσου Θύελλα. Άντε γαμήσου Θύελλα.
Τελειώσαν αυτά.








Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Κουβέντες "χωρίς κανόνα"

Αυτή την Πέμπτη, 16/10, ο Ντίνος Σαδίκης και η μπάντα του (Πάνος Παπάζογλου - κιθάρα, Χρήστος Παππάς - μπάσο, Λάζαρος Πλιάμπας - τύμπανα, Sonny Touch - κιθάρα, Georgie Boy - ήχος), στο καφενείο 4 εποχές 






Είχαμε συναντηθεί με τον Ντίνο Σαδίκη και τους μουσικούς του την προηγούμενη σεζόν και ανάμεσα σε δυο μπύρες και κάμποσα τσιγάρα, κουβεντιάσαμε για τη μουσική, την εξέλιξη, τη βία, την πολιτική, τις εκλογές και τις αλλαγές. 

Ιδού!

Μικροβιολογία, μετά ιατρική και τελικά τα παρατάς όλα και λες μουσική. Η οικογένειά σου το πήρε ψύχραιμα ή είχες αντιδράσεις;

Ντίνος: Είχα πώς δεν είχα! Είχα δυο εγκεφαλικά κι εξαφανίστηκα κι απ’ το σπίτι για κάποιο διάστημα.

Οπότε κάποιος σήμερα να το κάνει ή όχι; Αξίζει το ρίσκο;

Πάνος: Το να ζεις από τη μουσική είναι κάπως «τυχοδιωκτικό», δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Οικονομικά. Πολεμάς πολύ για να σταθείς στα πόδια σου.

Ντίνος: Βγαίνεις οριακά. Κι αυτό τα τελευταία χρόνια. Πιο πριν ήταν η πείνα.
Πάντως ότι και να πεις σε κάποιον, ο καθένας βρίσκει τελικά αυτό που είναι. Κι ότι είναι να κάνει, θα το κάνει. Ότι κι αν σπουδάζει, κι όπου κι αν βρίσκεται. Δεν έχει να κάνει με το τι αγαπάς πολύ. Έχει να κάνει με τον άνθρωπο που αναλαμβάνει να κάνει κάτι. Είναι στο χαρακτήρα. Κι αν είναι τέτοιος χαρακτήρας, και αγγαρεία να έχει να κάνει, θα την κάνει καλά. Από το σφουγγάρισμα, το σκούπισμα, το σερβίρισμα… Οτιδήποτε.

Πώς γράφεται τελικά ένα κομμάτι;

Ντίνος: Δεν υπάρχει κανόνας, πρώτα στίχοι ή πρώτα η μουσική. Εξαρτάται από τη στιγμή. Μπορεί να είναι και έτσι και αλλιώς. Μπορεί παίζοντας μουσική να έρθει να κάτσει στίχος, ή και από μια φράση, ένα στίχο, να βγει ολόκληρο τραγούδι. Να βρεθεί η μουσική πάνω του.

Λάζαρος: Μπορεί από ένα πολύ μικρό θέμα ή αυτοσχεδιασμό να βγει ένα ολόκληρο κομμάτι.

Χρήστος: κάθε μουσικός έχει δικά του χαρακτηριστικά κι έχει αναπτύξει με τον καιρό δικά του τεχνικά μέσα. Δηλαδή πόσο καλά παίζει την κιθάρα του, πόσο γρήγορα αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα κλπ. Όταν παίζει κάποιος με μπάντα, αυτά τα ατομικά χαρακτηριστικά συνθέτουν το χαρακτήρα της μπάντας. Κι ο καθένας συνεισφέρει σε κάτι. Π.χ. σε μας, ήρθε ο Ντίνος με τις ιδέες του, το στιλ του, την κιθάρα του, κι εκεί πάνω «μπαίνουμε» εμείς... 


Ερώτηση κλισέ λοιπόν για την κρίση: επηρεάστηκε η παραγωγή τέχνης και ο θεατής από τη μαυρίλα;

Λάζαρος: Πίσω από την κρίση, κρύβονται εξωγήινοι. (Γέλια) Το έχω δει σύνθημα σε τοίχο αυτό…

Ντίνος: Γενικά νομίζω ότι η τέχνη πάει καλά. Η δημιουργία δεν επηρεάζεται από καμιά κρίση, έτσι κι αλλιώς. Υπάρχουν πολλά πράγματα δωρεάν ή με χαμηλό εισιτήριο… Τα θέατρα έχω την αίσθηση ότι πάνε πολύ καλά. Ο θεατής πιστεύω ότι έχει μεγαλύτερη ανάγκη να βγει να δει ένα θεατρικό να ακούσει κάποια μουσική. Όχι με την έννοια προ κρίσης, δηλαδή να βγω στα μπαρ, να πιω… Μιλάω για το θέαμα. Οι μικροί χώροι γεμίζουν. Πρόβλημα έχουν τα μεγάλα θεάματα.

Σε προσωπικό επίπεδο, εγώ έχω κρίση μια ζωή. Οικονομική. Για μένα αυτό δεν είναι κάτι διαφορετικό απ’ το προηγούμενο, οπότε δε μου κάνει κάποια ιδιαίτερη αίσθηση…

Λάζαρος: Το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε εμείς, και προ κρίσης και τώρα με την κρίση, ζει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Δεν παίζαμε ποτέ στα μαγαζιά τα σκυλάδικα που το μπουκάλι είχε 200 ευρώ, που πλήρωνες το πάρκινγκ κλπ. Οπότε για μας δεν έχει και μεγάλη διαφορά. 

Πάνος: έχουν αλλάξει πολύ τα δεδομένα, για τους μουσικούς και για όλους. Όταν ζορίζεται ο κόσμος βρίσκει διεξόδους σε διάφορες μορφές έκφρασης και φυσικά βγαίνουν και διαμαντάκια.


Ντίνος: Εννοείται ότι η κρίση δίνει μια αφορμή για να πεις κάποια πράγματα. Περισσότερα ίσως από όσα προηγουμένως. Αν σε τρώει κάτι θα βρεις τρόπο να το εκφράσεις. 

Υπάρχει τελικά τραγούδι «πολιτικό»; Που κάνει τον ακροατή να σκεφτεί, που διαμαρτύρεται, φωνάζει, διεκδικεί; Είναι θέμα αντανακλαστικών; Κάποιοι μου δίνουν την εντύπωση ότι βλέπουν πιο μακριά, ενώ άλλοι βλέπουν κάτι μόνο όταν σκάσει μπαμ στα μούτρα τους.

Ντίνος: Πάντα υπήρχαν τα τραγούδια διαμαρτυρίας. Όταν όμως σφίγγουν τα πράγματα και οι συνθήκες είναι πιο άγριες εννοείται ότι βγαίνουν περισσότερα. Όταν η κατάσταση είναι πιο χαλαρή, υποχωρούν.

Και φυσικά είναι θέμα αντανακλαστικών. Όταν βλέπεις μια ολόκληρη χώρα να είναι στα χαϊλίκια της, και «πάρε κόσμε», σε ένα lifestyle της μπούρδας δε χρειάζεται και πολύ για να δεις ότι αυτό το πράγμα θα σκάσει κάποια στιγμή, όπως κι έσκασε.

Χρήστος: Λίγο πριν βγει η δεκαετία του ’80, θυμάμαι τη μάνα μου να λέει στον πατέρα μου, ότι αυτό που ζούμε τώρα δε θα μας βγει σε καλό (που ήταν ο πατέρας μου δημόσιος υπάλληλος κι η μάνα μου νοικοκυρά). Δηλαδή ο καθένας το έβλεπε, αλλά επαναπαυόταν.
Η τέχνη όμως έχει πάντα αντανακλαστικά, έχει μεγάλες κεραίες και προσπαθεί να μεταφράσει το σουρεαλισμό που υπάρχει τριγύρω. Γι αυτό πάντα εκφράζονται πρώτοι οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι λογοτέχνες.

Ντίνος: Κι η Ελλάδα είναι ο παράδεισος του σουρεαλισμού. Μπορείς να έχεις πολλές αφορμές κι ερεθίσματα για να γράψεις.

Σχετικά με την κρίση… Οι περισσότεροι κάποτε πήγαιναν μέχρι εκεί που φτάνει το χέρι τους. Κάποια στιγμή πήγαν παραπέρα από εκεί. Ε κι έσκασε η φούσκα στα μούτρα τους. Βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω, γιατί η φούσκα ήταν πάντα «σκασμένη». Δεν είχα ούτε επενδύσεις, ούτε καταθέσεις, ούτε δάνεια, δεν είχα μπει μέσα σ’ αυτόν τον τροχό που αλέθει τα πάντα.

Από το ροκ στο ρεμπέτικο: πώς έγινε το άλμα;

Ντίνος: Αυτά τα δυο τα γνώρισα μαζί. Απλά ήταν τέτοιες οι συνθήκες που βγήκε τώρα. Όταν ακούγαμε ροκ παλιά, το ρεμπέτικο έτρεχε παράλληλα στα ακούσματά μας. Πάντα έπαιζα και μπαγλαμά, απλά έτυχε λόγω του Γιάννη (ΣτΣ: Αγγελάκα) να τον ξαναπιάσω και να παίξουμε αυτό που βγήκε.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει θέμα διαχωρισμού. Και πιτσιρικάς έκανα κασέτες, και δεν μπορούσα να κάνω με ένα μόνο είδος! Αυτό ήταν το πρόβλημα για την παρέα. Για παράδειγμα, έμπαινε η Ρίτα Σακελλαρίου και μετά doors! Έτσι ήμουν πάντα. Δεν μπορούσα, βαριόμουνα όταν έμενα στο ίδιο στυλ.

Το ρεμπέτικο τελικά ξαναήρθε στη «μόδα»;

Λάζαρος: όταν γίνει μόδα ένα είδος, εκφυλίζεται. Πρέπει να ξεχωρίζεις το αυθεντικό. Όταν το κάνουν κάποιοι επειδή το γουστάρουν, είναι αυθεντικό και είναι φανταστικό.

Ντίνος: το ρεμπέτικο έχει γνωρίσει πολλές αναβιώσεις. Έρχεται κατά καιρούς. Έσκασε το ‘77 – ‘78 με τις κομπανίες. Έκανε το μπαμ στη νεολαία. Είχα κι εγώ το θράσος τότε να παίζω σε ρεμπετάδικο. 50 τραγούδια είχα βγάλει, αν μου ζητούσε κανείς κανένα άλλο, δεν ήξερα! Τα είχα βγάλει κασέτα, με το αφτί!

Χρήστος : Το σπουδαίο στο ρεμπέτικο είναι ο στίχος του. Ο στίχος διαχωρίζει το ρεμπέτικο από το λαϊκό. Στο ρεμπέτικο ο στίχος είναι άμεσα ανθρωποκεντρικός οπότε είναι μέσα στην εποχή και τώρα. Μιλάει στον άνθρωπο.

Ντίνος: Τελικά δεν κινδυνεύει κανένα είδος από την αναβίωση. Το ρεμπέτικο είναι αυτό, ότι κι αν το κάνεις είναι εκεί. Έρχεται και φεύγει. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για όλα τα είδη.

Η κουβέντα στρέφεται διαρκώς γύρω από εκεί: είναι όμως τελικά οι εκλογές ο τρόπος για να αλλάξουν τα πράγματα;

Ντίνος: Είναι Και οι εκλογές. Από μόνες τους όχι. Αν πηγαίνεις κάθε 4 χρόνια για να ψηφίσεις, δεν είναι αυτός ο τρόπος. Αν μέσα σε 4 χρόνια κάνεις κι άλλες ενέργειες, δράσεις, συμμετέχεις δηλαδή καθημερινά σε αυτό που συμβαίνει, οι εκλογές είναι ένα αποτέλεσμα.

Κι όσο για αυτό το ερώτημα: πώς θα αλλάξουν τα πράγματα… Οι αλλαγές πάντα στην ιστορία ήταν βασανιστικά αργές, όχι απότομες. Οι ουσιαστικές αλλαγές.

Ο άνθρωπος είναι μια ατελής μηχανή – σήμερα τουλάχιστον. Χρειάζεται updates στο λογισμικό του. Έχει ακόμα μπροστά του πολύ χρόνο για να καταφέρει κάποια πράγματα.
Κατά καιρούς γίνονται διάφορα updates. Μπορεί να είναι βίαια, όπως επαναστάσεις, μπορεί να είναι επιθέσεις αγάπης όπως ήταν ο Γκάντι ή οτιδήποτε. Η ουσία όμως είναι ότι η ιστορία έχει αργή εξέλιξη, αργές αλλαγές.


Πιστεύω ότι η βία είναι μια μορφή update, απλά δε θεωρώ ότι είναι καλό μέσο για αλλαγές. Όποιος πιστεύει ότι με ένα πιστόλι στο χέρι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελής και ηλίθιος. 


Ποιο είναι το μεγαλύτερό μας πρόβλημα σήμερα;

Ντίνος: Στην Ελλάδα δεν έχουμε συναίσθηση της κοινότητας. Καμία. Κι από κει ξεκινάνε τα μεγάλα προβλήματα. Από το σεβασμό του εαυτού μας, του γείτονα, του τόπου…

Χάθηκε η ανθρωπιά…

 Ντίνος: Πιστεύω πάντως ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Οι άνθρωποι που έχουν ζήσει έξω, είναι ο κινητήριος μοχλός για την αλλαγή. Πλέον είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι το κλειδί για να πάμε κάπου καλύτερα. Είναι οι άνθρωποι που έχουν ταξιδέψει, έχουν ζήσει έξω, και γυρνάνε πίσω. Δηλαδή το σύνθημα θα έπρεπε να είναι «γυρνάτε πίσω».
Πιστεύω θα γυρίσουνε. Και γυρνάνε. Δε γλιτώνεις από αυτό, σε τραβάει πίσω όπου και να σαι. Αυτό το χωράφι που λέγεται Ελλάδα, αξίζει καλύτερα πράγματα. Και μπορούμε να το κάνουμε.

Πιστεύω πως αξίζει τον κόπο να βγεις έξω, να μείνεις αλλά και να γυρίσεις. Οι άνθρωποι που πήγαν έξω, είδαν πώς δουλεύει το πράγμα και θα έρθουν πίσω να στήσουν κάτι καλύτερο. Όχι ίδιο με το έξω, γιατί δεν είμαστε ίδιοι, αλλά κάτι καλύτερο απ’ αυτό που έχουμε τώρα.

Είσαι αισιόδοξος βλέπω…

Ντίνος: Πάρα πολύ. Οι ειδήσεις με κάνουν απαισιόδοξο, η «ενημέρωση».

Θεωρώ ότι θα ήταν ύβρις αν γκρίνιαζα για τη ζωή μου. Καταφέρνω και κερδίζω χρήματα, κάνοντας αυτό που γουστάρω, μουσική. Και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Και κάτι ακόμα αισιόδοξο κλείνοντας…

Κάθε γενιά είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αν δεις ιστορικά τα πράγματα είναι ξεκάθαρο.

(ΣτΣ: Βγάζει ένα απόκομμα από εφημερίδα, με ένα άρθρο του 1928, το οποίο προσπαθεί να τεκμηριώσει γιατί δε γίνεται να δοθεί δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες.)

Μιλάμε για ούτε 100 χρόνια πίσω. Μια γυναίκα παλιότερα, δεν είχε κανένα λόγο σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω της, ήταν ανύπαρκτη. Οπότε όταν βλέπεις τη θέση της σήμερα, συνειδητοποιείς ότι αλλάζουν τα πράγματα προς το καλύτερο στην επόμενη γενιά.


Γίνεται πιο ανεκτική και η κοινωνία. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο μπροστά μας, ίσως και να μην προλάβουμε να δούμε τις μεγάλες αλλαγές αλλά αυτές γίνονται. Η λογική όμως είναι, άσε το πετραδάκι σου, τον κόκκο άμμου που έχεις να αφήσεις, να τον βρει ο επόμενος. Δε χρειάζεται τίποτα άλλο. Κάνε αυτό που είναι να κάνεις, άσε αυτό που είναι να αφήσεις, γιατί μετά από σένα έρχονται κι άλλοι. 

(first published at RouaMat.com, 22/5/2014)